ρυγχοκέφαλα

(Rhynchocephalia). Τάξη ερπετών, που ανήκουν στα λεπιδοσαύρια. Ο κυριότερος εκπρόσωπός τους είναι το γένος σφηνόδους, ένα από τα πιο πρωτόγονα ερπετά, του οποίου υπάρχει μόνο ένα είδος ο σφηνόδους ο στικτός. Η διάκριση ανάμεσα στο σφηνόδοντα και στις άλλες σαύρες, με βάση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, είναι σχεδόν αδύνατη, η ανατομία όμως του σφηνόδοντα είναι τόσο διαφορετική, ώστε έχει καταταγεί σε ιδιαίτερη τάξη. Είναι το μοναδικό είδος που επέζησε από τα ρ. ερπετά, τα οποία ήταν πολύ διαδεδομένα στο τριάσιο και το ιουράσιο. Σε πρόσφατες εποχές βρίσκονταν ακόμα σφηνόδοντες στα δυο νησιά που αποτελούν τη Νέα Ζηλανδία, σήμερα όμως έχουν εκλείψει και εκεί, και επιζούν μόνο στα ανοιχτά των βόρειων ακτών της Νέας Ζηλανδίας. Οι σφηνόδοντες ζουν σε ερημικό και ψυχρό περιβάλλον, σε βραχώδεις λόφους και χαμηλά δέντρα. Εκεί σκάβουν τη φωλιά τους στο μαλακό χώμα και πολλές φορές συγκατοικούν με τα μικρά θαλασσινά πουλιά που ονομάζονται θαλασσοδρόμοι. Η φωλιά αυτή, που είναι λαγούμι, φτάνει σε βάθος 60 έως 90 εκ. και έχει ύψος 10 εκ., όσο δηλαδή είναι το μέγεθος του σφηνόδοντα. Παρά το ψύχος, οι σφηνόδοντες βρίσκονται σε δραστηριότητα κυρίως τη νύχτα, γιατί έχουν μεγάλη αντοχή σε χαμηλές θερμοκρασίες. Όπως και πολλά άλλα νυχτόβια ζώα, έτσι και οι σφηνόδοντες, έχουν μάτια με κατακόρυφη κόρη. Τρώνε έντομα, γυμνοσάλιαγκους, σκουλήκια και άλλα μικρά ζώα. Μετακινούνται αργά, δεν πηδάνε και δεν σκαρφαλώνουν. Φτάνουν σε μεγάλη ηλικία και αυτό δικαιολογείται από τη χαμηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντός τους, γιατί όλα τα ερπετά των ψυχρών περιοχών ζουν πολύ περισσότερο από τα είδη που βρίσκονται στον Ισημερινό. Ο μεγαλύτερος εχθρός των σφηνοδόντων είναι οι κατσίκες, που καταστρέφουν, σκαλίζοντας με τα πόδια τους, τις φωλιές τους, όπου γεννούν περίπου 10 αβγά με σκληρό κέλυφος. Η επώαση των αβγών τους διαρκεί ένα ή και περισσότερα χρόνια, επειδή το κρύο είναι αδιάκοπο. Ο χρόνος αυτός εκκόλαψης είναι ο μεγαλύτερος όλων των ερπετών. Οι σφηνόδοντες παρουσιάζουν μια ιδιομορφία: έχουν ένα τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός), σκεπασμένο από ένα διάφανο δέρμα, που βρίσκεται ανάμεσα στα δυό κανονικά, μέσα σε ένα μικρό κοίλωμα του κρανίου, και είναι σχεδόν άχρηστο. Ένα τέτοιο παρόμοιο μάτι παρατηρείται και στις πρωτόγονες σαύρες.
* * *
τα, και ρυγχοκεφαλίδες, οι Ν
(ζωολ.-παλαιοντ.) τάξη ερπετών με ένα μόνον σύγχρονο είδος, το τουατάρα τής Νέας Ζηλανδίας, οι εκπρόσωποι τής οποίας εμφανίστηκαν και παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εξάπλωση κατά το τριαδικό και το ιουρασικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. rhynchocephala (< ρύγχος + κεφαλή)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λεπιδοσαύρια — (lepidosauria). Υφομοταξία διαψιδωτών ερπετών, η οποία παρουσιάστηκε κατά την πέρμιο περίοδο. Τα λ. υποδιαιρούνται σε δύο τάξεις: στα ρυγχοκέφαλα και στα λεπιδωτά ή φολιδωτά. Τα λεπιδωτά υποδιαιρούνται στις τάξεις των σαυρομόρφων, των… …   Dictionary of Greek

  • σφηνόδους — ο, Ν ζωολ. μοναδικό αρτίγονο γένος πρωτόγονων ερπετών τής τάξης ρυγχοκέφαλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. sphenodon (< σφήν, ηνός + οδούς «δόντι»)] …   Dictionary of Greek

  • τουατάρα — ο, Ν ζωολ. κοινή τοπική ονομασία τού σφηνόδοντος, μοναδικού αρτίγονου ερπετού τής τάξης ρυγχοκέφαλα, το οποίο θεωρείται ζωντανό απολίθωμα επειδή παραμένει μορφολογικά αναλλοίωτο για περισσότερα από 140 εκατομμύρια χρόνια και απαντά στα νησιά της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.